Στις 25 Οκτωβρίου 1917 και ύστερα από αλλεπάλληλες πολιτικές διεργασίες και ταξικές συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων οργανώσεων της Ρωσίας ανατρέπεται η προσωρινή κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κερένσκι. Οι Ρώσοι εργάτες και οι σύμμαχοι τους στον αγώνα αγρότες, υπό την καθοδήγηση του μπολσεβίκικου κόμματος κατακτούν την εξουσία και καταφέρνουν ένα τεράστιο πλήγμα στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό· η μεγάλη Σοσιαλιστική Προλεταριακή επανάσταση του Οκτώβρη1 είναι πλέον γεγονός.
Η νέα κυβέρνηση εικοσιτέσσερις ώρες μετά την κατάχτηση της εξουσίας ξεκινάει το έργο της συντρίβοντας τον παλαιό κρατικό μηχανισμό και στη θέση του ξεκινάει την οικοδόμηση του νέου καθεστώτος2. Στο συνέδριο των Σοβιέτ ψηφίζεται το «διάταγμα για την ειρήνη»3 σύμφωνα με το οποίο καλούνται όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις που συμμετέχουν στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο να συνάψουν ανακωχή (τουλάχιστον τρίμηνη) προτείνοντας ειρήνη υλοποιώντας με αυτόν τον τρόπο ένα από τα βασικά αιτήματα του λαού που οδήγησε στον επαναστατικό ξεσηκωμό του 1917. Η ειρήνη θα έπρεπε να γίνει χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις από την μεριά των κρατών, ενώ ταυτόχρονα καθιερώνεται η πολιτική ισότητα και δίνεται η δυνατότητα του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού των λαών. Επίσης όλες οι μυστικές συμφωνίες που είχε υπογράψει η κυβέρνηση των τσιφλικάδων και των κεφαλαιοκρατών από τον Φλεβάρη του 1917 μέχρι τις 25 Οκτώβρη κρίθηκαν αμέσως άκυρες και δόθηκαν στη δημοσιότητα. Στο ίδιο συνέδριο ψηφίζεται το «διάταγμα για τη γη» βάσει του οποίου καταργείται η ιδιοκτησία της γης από τους τσιφλικάδες - χωρίς αποζημίωση - ενώ τα κτήματα των τελευταίων, της αυτοκρατορικής οικογένειας και των μοναστηριών αξιοποιούνται πλέον από τους αγρότες4. Σημαντική είναι η απόφαση η οποία δεν δημεύει την γη των μικρών αγροτών και των απλών Κοζάκων ενώ οποιαδήποτε φθορά της περιουσίας που δημεύεται - εφόσον πλέον ανήκει σε όλο τον λαό - χαρακτηρίζεται έγκλημα και τιμωρείται από το επαναστατικό δικαστήριο5. Εν συνεχεία, η καινούργια κυβέρνηση αποκηρύσσει τα χρέη της τσαρικής κυβέρνησης ψηφίζοντας το διάταγμα αποκήρυξης του χρέους με μονομερή διαγραφή εφαρμόζοντας έτσι την απόφαση που είχε ληφθεί το 1905 από το Σοβιέτ της Πετρούπολης και των πολιτικών οργανώσεων που το στήριζαν. Ταυτόχρονα εθνικοποιούνται όλες οι μεγάλες παραγωγικές μονάδες, οι τράπεζες, τα μέσα μεταφοράς και το εξωτερικό εμπόριο ως επικύρωση όλων των διεργασιών που ξεκίνησαν νωρίτερα από τις εργατικές επιτροπές για την παραλαβή των βιομηχανικών μονάδων.
Όλες οι παραπάνω εξελίξεις υπήρξαν ιδιαιτέρως επωφελείς για την Ελλάδα γιατί η καινούργια σοβιετική κυβέρνηση παραιτήθηκε από τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (Δ.Ο.Ε.) που είχαν επιβάλει το 1897 οι μεγάλες δυνάμεις στην Ελλάδα μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Έτσι το χρέος προς τη Ρωσία αξίας 100 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων διαγράφηκε ενώ η σοβιετική κυβέρνηση παραιτήθηκε από τα δικαιώματα της στο Άγιο Όρος καθώς και από λοιπές τσαρικές ιδιοκτησίες σε ευαγή ιδρύματα στον ελλαδικό χώρο, όπως το ρωσικό νοσοκομείο Πειραιά (το σημερινό Τζάνειο)6. Η χρονική στιγμή για την διαγραφή του συγκεκριμένου χρέους ήταν ιδανική για την Ελλάδα επειδή ήταν μία χώρα οικονομικά κατεστραμμένη. Η «Μεγάλη Ιδέα» η οποία από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους χρησιμοποιείται από την κυρίαρχη τάξη για να επιβάλει τα ταξικά της συμφέροντα οδήγησε τη χώρα στη συμμετοχή σε πολέμους και σε εξοντωτικούς δανεισμούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα κρατικά ταμεία να είναι μονίμως επιβαρυμένα, ενώ οι συγκεκριμένες δανειοδοτήσεις αποτελούσαν το κυριότερο εργαλείο για την εξάρτηση της χώρας από τις μεγάλες δυνάμεις, γεγονός στο οποίο καταλήγουν και συντηρητικοί ιστορικοί όπως ο Γ. Β. Δερτιλής7.
Οι μεγαλύτεροι χαμένοι από τις αποφάσεις την καινούργιας κυβέρνησης ήταν τα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια της Γαλλίας, της Αγγλίας, των Η.Π.Α., του Βελγίου και της Ιαπωνίας τα οποία σε συνεργασία με τους πρώην Ρώσους καπιταλιστές και γαιοκτήμονες ενίσχυσαν με υλικά μέσα τους «λευκοφρουρούς» τσαρικούς στρατηγούς8 στη δημιουργία αντεπαναστατικών κινημάτων, ενώ υποστήριξαν και τον Ρωσικό εμφύλιο πόλεμο. Επειδή τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα των συγκεκριμένων χωρών – και όχι μόνο – επλήγησαν ανεπανόρθωτα9 αποφασίστηκε από τις καπιταλιστικές χώρες να οργανωθεί στρατιωτική επέμβαση στα εδάφη της σοσιαλιστικής Ρωσίας στην οποία συμμετείχαν 14 χώρες (μεταξύ αυτών και η Ελλάδα) με σκοπό την γενικότερη καταστολή των μπολσεβίκων.
Η στρατιωτική επέμβαση ξεκίνησε έξι μέρες μετά την υπογραφή της συνθήκης του Μπρέστ – Λιτόφσκ όταν βρετανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στο Μούρμανσκ, ενώ έναν μήνα αργότερα η Ιαπωνική αποστολή καταλαμβάνει το Βλαδιβοστόκ. Η συμμαχική επέμβαση συνεχίζεται και μετά τη γερμανική συνθηκολόγηση του Νοεμβρίου γεγονός το οποίο αποδεικνύει τον πραγματικό σκοπό των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων επιβεβαιώνοντας πλήρως το ότι η επέμβαση έγινε γιατί επλήγησαν τα οικονομικά των συγκεκριμένων χωρών10. Η ελληνική κυβέρνηση με τηλεγράφημα του Ελευθερίου Βενιζέλου στον πρεσβευτή της Ελλάδος στο Παρίσι, Άθω Ρωμάνο, τον παρακαλεί να κοινοποιήσει τις προθέσεις του στον Γάλλο πρωθυπουργό και στον αντίστοιχο υπουργό εξωτερικών ενώ δηλώνει «ότι ο Ελληνικός Στρατός είναι εις διάθεσίν των και δύναται να χρησιμοποιηθή διά κοινόν αγώνα πανταχού όπου αποστολή του ήθελε κριθή αναγκαία»· σε αντάλλαγμα θα δεχόταν υποστήριξη από την γαλλική κυβέρνηση στις αξιώσεις της στη Θράκη και στη Σμύρνη11. Η εκστρατεία στην Ουκρανία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την μετέπειτα εκστρατεία στην Μικρά Ασία και τις εδαφικές διεκδικήσεις της ελληνικής αστικής τάξης γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται από την αντίληψη της ελληνικής κυβέρνησης πως ο δρόμος για τη Μικρά Ασία περνά μέσα από την Ουκρανία. Για να δικαιολογήσει και να προπαγανδίσει τη συμμετοχή της στην εκστρατεία η ελληνική κυβέρνηση δήλωνε πως είναι καθήκον της Ελλάδας να βοηθήσει στην «απελευθέρωση» του ρωσικού λαού από του μπολσεβίκους, όπως ο ρώσικος στρατός βοήθησε κάποτε τον ελληνικό λαό να απελευθερωθεί από τον οθωμανικό ζυγό12. Για την επέμβαση στην Ουκρανία υπεύθυνη ήταν η Γαλλία και στο πλευρό της η Ελλάδα αποφάσισε να συμμετάσχει με το Α’ Σώμα Στρατού το οποίο αποτελούταν από τις μεραρχίες I, II και XIII και 42.242 άνδρες. Τελικά η I μεραρχία δεν πρόλαβε να αναχωρήσει από την Καβάλα και έτσι στις 02 Ιανουαρίου του 1919 τα υπόλοιπα στρατεύματα επιβιβάζονται στα πλοία και στέλνονται στο Ουκρανικό μέτωπο 23.351 άνδρες με επικεφαλή τον στρατηγό Κωνσταντίνο Νίδερ13. Κατά τη διαδικασία οργάνωσης της εκστρατείας το Γενικό Επιτελείο Στρατού (Γ.Ε.Σ.) με τη διαταγή τής 5/18.12.191814 στελεχώνει το εκστρατευτικό σώμα με εθελοντές αξιωματικούς άλλων μονάδων, οι οποίοι λάμβαναν ειδικό μπόνους συμμετοχής 1.000 δραχμές κάθε μήνα, ενώ αυτούς, οι οποίοι δεν ήθελαν να λάβουν μέρος, τους μεταθέτει. Τα ανώτερα στελέχη επιλέχθηκαν ύστερα από διαλογή βασικό κριτήριο της οποίας ήταν τα στελέχη αυτά να είναι αφοσιωμένοι αξιωματικοί στο βενιζελικό κόμμα. Έτσι με εμπιστευτική εγκύκλιο κάποιοι αξιωματικοί ρωτήθηκαν αν ήθελαν να πάρουν μέρος στην εκστρατεία και οι πρώτοι που δήλωσαν συμμετοχή ήταν ο Γ. Κονδύλης, ο Ν. Πλαστήρας και ο Νεόκοσμος Γρηγοριάδης15. Αντίθετα το σώμα των οπλιτών οργανώθηκε με κληρωτούς των νεώτερων κλάσεων (1910 – 1918) και με εθελοντές. Εδώ βέβαια έχουμε μία σημαντική διαφορά· το γεγονός ότι δεν ίσχυε το δικαίωμα άρνησης της συμμετοχής, ενώ δεν υπήρχε η μηνιαία επιβράβευση συμμετοχής, που ίσχυε για τους αξιωματικούς.
Η απόβαση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος γίνεται χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση και έτσι κατά την αποβίβαση καταλαμβάνουν την Χερσώνα. Τον πρώτο καιρό δεν έγιναν κάποιες επιχειρήσεις λόγω του ότι ήταν χειμώνας, την άνοιξη όμως οι Έλληνες στρατιώτες διατάχθηκαν να προχωρήσουν προς το εσωτερικό της χώρας και να καταλάβουν τις θέσεις οι οποίες θα ήταν οι βάσεις για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων ενάντια στους μπολσεβίκους. Η αντίσταση που συνάντησαν ήταν μεγάλη κυρίως από το σώμα του μπολσεβίκου αταμάνου16 Γρηγόριεφ ο οποίος ανάγκασε το ελληνικό σώμα να υποχωρήσει προς τη Βεσσαραβία. Ο αταμάνος Γρηγόριεφ πριν ξεκινήσει την αντίσταση έγραψε προκηρύξεις και τις μοίρασε στον ελληνικό στρατό στις οποίες έγραφε: «Έλληνες αξιωματικοί και οπλίτες! Δεν γνωρίζομεν να εγένετο καμία εχθρική πράξις εκ μέρους του ρωσσικού λαού εναντίον της χώρας σας. Γνωρίζομεν όμως ότι η Ελλάδα είναι η κοιτίς της δημοκρατίας. Εις τας Αθήνας κατά την ένδοξον ελληνικήν αρχαιότητα οι φιλόσοφοι, οι ρήτορες και οι ποιητές ύμνησαν την δημοκρατίαν. Ο ρωσσικός λαός εδιδάχθη από τας δημοκρατικάς ιδέας της αρχαίας Ελλάδος, εξηγέρθη κατά των τυράννων του και όχι μόνον ανέτρεψε το δεσποτικόν μοναρχικόν καθεστώς του τσάρου, αλλά και ίδρυσε νέαν πολιτείαν στηριζομένην όχι μόνον στην πολιτικήν ισότητα, αλλά και στην κοινωνικήν και οικονομικήν. Λυπούμεθα λοιπόν διότι σας βλέπομεν παρά το πλευρόν των Γάλλων κεφαλαιοκρατών και ιμπεριαλιστών. Λυπούμεθα διότι έχετε λησμονήσει τας δημοκρατικάς παραδόσεις της χώρας σας. Λυπούμεθα διότι έρχεσθε εις την χώραν μας ως σύμμαχοι του τσαρισμού. Σας καλούμεν να μην προδώσετε τας παραδόσεις σας και σας προειδοποιούμεν ότι εάν πολεμήσετε εναντίον μας, θα είναι σκληρή η τιμωρία σας17». Ο Κωνσταντίνος Νίδερ αποφάσισε να συνεχιστεί η επέλαση απαντώντας πως η εγκατάλειψη των θέσεων είναι ανάξια των απόγονων του Λεωνίδα, και τότε ο Γρηγόριεφ έστειλε τελεσίγραφο στον Νίδερ καλώντας τον να υποχωρήσει έως τις 17:00 της επόμενης ημέρας λέγοντάς του πως δεν υπήρχε κάποια διαφορά μεταξύ Ελλάδος και Ρωσίας. Τελικά οι μάχες διήρκησαν πέντε μέρες και στο τέλος η ελληνική αποστολή υποχώρησε γλιτώνοντας οριακά την αιχμαλωσία ενώ μεταφέρθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση μέσω Θαλάσσης στην Οδησσό18. Από την ελληνική αποστολή σκοτώθηκαν 398 άνδρες ενώ 657 τραυματίστηκαν19. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή του Γ.Ε.Σ. για την εγκατάλειψη της Σεβαστούπολης στην οποία αναφέρεται: «Η κατά της Σεβαστουπόλεως εξαπολυθείσα επίθεσις των Ερυθρών, ήτις ενεφάνισε στρατόν ωργανωμένον, πειθαρχούντα και μαχόμενον μετά φανατισμού υπέρ της ανεξαρτησίας της χώρας του, εν συνδυασμώ προς την εξέγερσιν του πλείστου μέρους των κατοίκων της πόλεως κατά των ξένων, έπεισαν τους Συμμάχους ότι έπρεπε να επισπεύσωσι την εκκένωσιν της πόλεως. Η απόφασίς των αύτη εστηρίχθη επί της πλήρους ανεπαρκείας των διατιθεμένων Στρατιωτικών Δυνάμεων, προς καταπολέμησιν του ολονέν ογκουμένου Μπολσεβικικού χειμάρρου, όστις ηπείλει να παρασύρη και εξαφανίση εν τη δίνη του την εν Κριμαία δράκα των Συμμαχικών Δυνάμεων20. Πέραν των θυμάτων όμως της πολεμικής σύγκρουσης η ελληνική κοινότητα υπέστη και άλλες συνέπειες· αρκετοί Έλληνες οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή της Χερσώνας (πολλοί εκ των οποίων ήταν μαυραγορίτες, τσαρικοί ή βενιζελόπληκτοι) κατά την απόβαση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος τάχθηκαν εναντίον των μπολσεβίκων και συνεργάστηκαν με τους Γάλλους και με τους Έλληνες επιδρομείς, κάτι το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα άλλοι να φυλακιστούν και άλλοι να εξοριστούν.
Γενικότερα, η κυβέρνηση Βενιζέλου κατέβαλε έντονες προσπάθειες για την καταπολέμηση του κομμουνισμού και μία απ’ αυτές είχαν να κάνουν με την περιοχή της Γεωργίας η οποία ήταν ακόμα ανεξάρτητη Σοσιαλιστική πολιτεία και στην οποία κατοικούσαν αρκετοί Έλληνες, ενώ μερικοί εξ αυτών ήταν κομμουνιστές. Στη Γεωργία λοιπόν στάλθηκαν πράκτορες για να υπονομεύσουν τη νέα κυβέρνηση και πιο συγκεκριμένα το 1919 – 1920 εστάλη ο λογοτέχνης Νίκος Καζαντζάκης – εφοδιασμένος με μεγάλο χρηματικό ποσό - μαζί με τον συνταγματάρχη Ηρακλή Πολεμαρχάκη και άλλους κρητικούς του στενού περιβάλλοντος του Βενιζέλου με αποστολή να αποτραβήξουν τους Έλληνες της περιοχής από τον σοσιαλισμό. Επίσης τον Ιούλιο του 1919 η κυβέρνηση Βενιζέλου στέλνει και άλλους πράκτορες εφοδιασμένους με μεγάλα χρηματικά ποσά στην περιοχή της Ρωσίας όπου κυριαρχούσε ο Ρώσος αντεπαναστάτης στρατηγός Ντενίκιν. Στη συνέχεια, στην περιοχή του Πόντου εστάλησαν συμμορίες από Κρητικούς και Μικρασιάτες πρόσφυγες με σκοπό να συνεργαστούν με τους Αρμένηδες οι οποίοι ήταν όργανα των Άγγλων και Γάλλων ιμπεριαλιστών. Το σχέδιο ήταν να δημιουργηθεί «ανεξάρτητο» έλληνοαρμένικο κράτος του Πόντου κάτι το οποίο όμως δεν πέτυχε, όπως η γενικότερη πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου, γιατί ο ρωσικός λαός απέκρουσε τους αντεπαναστάτες και τους ξένους επιδρομείς21.
Ο αντιδραστικός ρόλος του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος
Ο Ελληνικός στρατός κατά την παρουσία του στη νότια Ουκρανία διέπραξε αρκετές θηριωδίες. Μία από τις μελανότερες ιστορίες της ελληνικής αστικής τάξης γράφτηκε στη Χερσώνα κατά την εγκατάλειψη της πόλης από την ελληνική αποστολή και πριν την επιβίβαση στα καράβια με τα οποία θα έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής. Εκεί λοιπόν στις 09 Μαρτίου 1919 - καθόσω πλησίαζαν οι παρτιζάνοι του αταμάνου Γρηγόριεφ - τα ελληνικά στρατεύματα κατά την οπισθοχώρηση τους άρπαζαν βίαια όποιον/α έβρισκαν μπροστά τους (κυρίως γυναίκες, γέρους και παιδιά)22 και τους φυλάκιζαν σε μία μεγάλη αποθήκη κοντά στο λιμάνι, το ιστορικό “αμπάρι”. Ο αριθμός των φυλακισμένων ανερχόταν σε περίπου 2000 ανθρώπους τους οποίους μαντάλωσαν καλά και στη συνέχεια έστησαν πολυβόλα για να μην μπορέσουν και τολμήσουν να σπάσουν τις πόρτες και ξεφύγουν. Κατά τις οκτώ το βράδυ, τη στιγμή που τελείωσε η επιβίβαση του ελληνικού στρατού, οι Έλληνες αξιωματικοί διατάζουν τον βομβαρδισμό του αμπαριού. Η ξύλινη παράγκα παραδόθηκε στις φλόγες και τη στιγμή που οι άνθρωποι καίγονταν ζωντανοί κάποιοι από τους φυλακισμένους – πατώντας πάνω σε καρβουνιασμένους ανθρώπους - κατάφεραν να δραπετεύσουν από τα φλεγόμενα ξύλα της παράγκας. Ο αριθμός των νεκρών ανερχόταν σε 500 ανθρώπους και μόνο για τους 85 από αυτούς κατέστη δυνατόν να βεβαιωθεί η ταυτότητα23.
Ένα ακόμη γεγονός έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 1919 όταν οι ναύτες πέντε γαλλικών θωρηκτών (“Φράνς”, “Ζαν Μπάρστ”, “Βερντέν”, “Ζουστίς” και “Μιραμπώ”) εξεγέρθηκαν και ενώθηκαν με τους μπολσεβίκους εργάτες υψώνοντας κόκκινες σημαίες και φωνάζοντας συνθήματα όπως “Ζήτω η Μπολσεβίκοι”, “Κάτω η Ελλάς”, “Κάτω η Ρουμανία”24. Τότε ο ελληνικός στρατός άνοιξε πυρ κατά των διαδηλωτών σκοτώνοντας δώδεκα ναύτες και έξι εργάτες γεγονός το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα αρκετά πλοία να σηκώσουν κόκκινη σημαία αναγκάζοντας τη γαλλική κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα της από τη νότια Ουκρανία25.

«Κλεισμένοι στο αμπάρι βομβαρδίζονται και καίγονται ζωντανοί...» (Δ. Λιασκοβας, Το ολοκαύτωμα του αμπαριού, “Ριζοσπάστης”, 18/07/1935)
Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που συμμετείχαν στην εκστρατεία
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαρτυρίες των ανθρώπων οι οποίοι εστάλησαν στη μετεπαναστατική νότια Ρωσία και καταγράφουν στα ημερολόγια τους ή στα απομνημονεύματά τους τις εμπειρίες τους26. Οι εμπειρίες αυτές διαφέρουν αρκετά από εκείνες των πρώτων Ελλήνων προσφύγων αστών ή στελεχών του παλαιού καθεστώτος οι οποίοι κατοικούσαν προηγουμένως σ’ εκείνα τα μέρη και εύλογα μισούσαν την επανάσταση. Οι συγκεκριμένες εμπειρίες προσδιορίζονται από τα ταξικά χαρακτηριστικά και την αντίστοιχη πολιτικοϊδεολογική συγκρότηση του κάθε αφηγητή. Πιο συγκεκριμένα οι Έλληνες αξιωματικοί της συγκεκριμένης περιόδου είναι συνήθως γόνοι της αθηναϊκής άρχουσας τάξης διαποτισμένοι από μία αριστοκρατική ιδεολογία ενώ τα πιο λαϊκά στοιχεία του σώματος, τα οποία εξελίχθηκαν βαθμολογικά στο πέρασμα των ετών, έχουν τις ίδιες αντιλήψεις. Το πιο ριζοσπαστικό τμήμα του συγκεκριμένου στρατεύματος, οι «αμυνίτες» βενιζελικοί αξιωματικοί εμπνέονται από τα ιδεώδη του αγγλογαλλικού ιμπεριαλισμού συνδέοντας μαζί του τις ιμπεριαλιστικές μεγαλοϊδεατικές βλέψεις. Χαρακτηριστική είναι η εχθρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τον ελληνικό λαό και την αντίθεση του στον πόλεμο τα προηγούμενα χρόνια, κάτι το οποίο φαίνεται και από τη δήλωση του Νεόκοσμου Γρηγοριάδη για τον διχασμό που επικράτησε την προηγούμενη περίοδο, πως «η Ελλάς έπρεπε να σωθή, ακόμα και παρά την θέλησι και των περισσότερων Ελλήνων»2728. Η αριστοκρατική αντίληψη του σώματος το οποίο εξετάζουμε επιβεβαιώνεται και μέσα από τον ορισμό για τους μπολσεβίκους που δίνει ο πλοίαρχος Γιαννηκώστας – κυβερνήτης του αντιτορπιλικού Πάνθηρ – σε μία προσωπική του επιστολή αναφέροντας πως: «ο κόσμος είναι μάλλον Μπολσεβίκοι, δηλαδή εις άκρον δημοκρατικοί μεταπίπτοντες εις αναρχίαν»29. Αξιοσημείωτη είναι και η δήλωση του στρατηγού Στέφανου Σαράφη ο οποίος πολύ αργότερα – το 1952 – δηλώνει: «Δε σκέφτηκα καθόλου ότι θα πήγαινα σε μία εκστρατεία εναντίον ενός λαού που επαναστάτησε εναντίον του καθυστερημένου σκληρού τσαρικού καθεστώτος για να αποκτήσει τις ελευθερίες του»30.
Όσον αφορά τους απλούς φαντάρους που συμμετείχαν στην εκστρατεία αυτοί αναπτύσσουν κάποια ταξικά αντανακλαστικά συμπάθειας για τους κατοίκους των περιοχών στις οποίες στέλνονται να πολεμήσουν ενώ δείχνουν και μία αυθόρμητη αντιπολεμική διάθεση. Σαν άνθρωποι οι περισσότεροι είναι βαθιά θρησκευόμενοι και συντηρητικοί, ενώ δύσκολα θα μπορούσαμε να πούμε πως βλέπουν θετικά μία ριζοσπαστική προσπάθεια μετάβασης σε έναν ανθρώπινο κοινωνικό σχηματισμό με βασική προϋπόθεση την εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, ενώ - για διαφόρους λόγους – συμμερίζονται πλήρως τον μιλιταρισμό των αξιωματικών τους. Πριν την αποστολή στο μέτωπο οι φαντάροι κατηχούνται από τους αξιωματικούς για την ανάγκη καταστολής της οκτωβριανής επανάστασης, ούτως ώστε «να μην μολυνθούν τα άλλα κράτη», ενώ ο Νεόκοσμος Γρηγοριάδης οργανώνει έναν ερασιτεχνικό θίασο και ανεβάζει μία αντικομουνιστική κωμωδία η οποία σχολίαζε σε αρνητικό τόνο τις προθέσεις της καινούργιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης «να τα ρίξη όλα κάτω, χρήμα, ιδιοκτησίαν, οικογένεια, πατρίδα κλπ.»31.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η υποδοχή που έλαβε ο ελληνικός στρατός από την τοπική κοινωνία κατά τη διάρκεια της εκστρατείας. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών32 ,τα συναισθήματα που κυριαρχούσαν στους κατοίκους κάθε άλλο παρά φιλικά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Ο ιεροκήρυκας του 34ου συντάγματος και μετέπειτα μητροπολίτης ενόπλων δυνάμεων Παντελεήμων Φωστίνης δηλώνει πως τα δύο τρίτα των κατοίκων είναι μπολσεβίκοι, ενώ ο επικεφαλής της επιμελητείας του εκστρατευτικού σώματος αξιωματικός Στυλιανός Γονατάς μας πληροφορεί πως εντός της πόλης στην περιοχή στην οποία διεξάγεται η επέμβαση υπάρχουν διακόσιες χιλιάδες εργάτες οι οποίοι υποστηρίζουν τους μπολσεβίκους και μόνο πέντε χιλιάδες στρατιώτες για να τους αντικρούσουν. Ο Νεόκοσμος Γρηγοριάδης παραδέχεται πως στη Σεβαστούπολη η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν αντίθετη με το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι Έλληνες στρατιώτες να κυκλοφορούν κατά δυάδες με συγκεκριμένη απόσταση οι πίσω από τους μπροστά, ούτως ώστε να προφυλάσσονται από τυχόν ενέδρες, ενώ παρόμοια μέτρα προφύλαξης ακολουθούνταν και κατά την κίνηση των αυτοκινήτων εντός της πόλης. Επίσης, μας γνωστοποιεί πως ο ρωσικός λαός είναι υποστηρικτές των μπολσεβίκων και πως οι αξιωματικοί της λευκής φρουράς δέχονται τα πραγματικά πυρά του ρωσικού λαού ο οποίος είναι εναντίον τους. Στη συνέχεια ο ταγματάρχης Κωνσταντίνος Βλάχος αναφέρει πως το σύνολο του πληθυσμού στην ύπαιθρο είτε είναι μπολσεβίκοι είτε συμπαθούν τους μπολσεβίκους, ενώ από τον συνταγματάρχη Καρακασσώνη μαθαίνουμε πως όλοι οι κάτοικοι της ενδοχώρας έχουν μπολσεβίκικα φρονήματα. Αξιοσημείωτη είναι και η μαχητικότητα που επέδειξαν οι κάτοικοι των συγκεκριμένων περιοχών στο να αποκρούσουν την επέμβαση των ξένων όπως μαθαίνουμε από τα πολύ διαφωτιστικά γραπτά του συνταγματάρχη Καρακασσώνη, ο οποίος γράφει πως «Από παντού έχουν επιτεθή [κατά] των στρατιωτών μας, από τους δρόμους, από τις θύρες των σπιτιών, από τα υπερώα, από τα παράθυρα, από τους εξώστας, με όπλα, με πιστόλια, με πολυβόλα, με χειροβομβίδες, ακόμη και με παλαιά σίδερα και με πέτρες και με ό,τι άλλον ετύχαινε μπροστά των· όλος ο κόσμος και οι πόρνες ακόμη από τους οίκους ανοχής πυροβολούν εναντίον των στρατιωτών μας»33. Χαρακτηριστική ήταν και η έκφραση «σαν Ρωμιός περπατάς» η οποία χρησιμοποιούταν στην περιοχή της Οδησσού για οποιονδήποτε περπατούσε στη μέση του δρόμου και η οποία έμεινε από την εποχή της επέμβασης επειδή οι Έλληνες φαντάροι, ιδίως όμως οι αξιωματικοί, απέφευγαν να περπατήσουν δίπλα από τοίχους υπό τον κίνδυνο να τους έρθει στο κεφάλι καμία γλάστρα, κάποιο σιδερένιο αντικείμενο κτλ.34 γεγονός το οποίο υποδηλώνει εμπράκτως την «ευγνωμοσύνη» του Ρωσικού λαού προς τους απελευθερωτές του.
Η αντίσταση του ντόπιου πληθυσμού είναι μεγάλη και οι κάτοικοι αντιστέκονται με διαφόρους τρόπους. Πολλές φορές κηρύττονται απεργίες ενώ κάποιοι κλάδοι όπως οι ναυτικοί και οι σιδηροδρομικοί κωλυσιεργούν καθυστερώντας να μεταφέρουν τους εργάτες στο μέτωπο. Ταυτόχρονα αρκετοί πολίτες προσπαθούν να ζυμώσουν τους ξένους φαντάρους με τις αρχές του μπολσεβικισμού ενώ άλλοι σκορπούν προκηρύξεις κατά το πέρασμα των κατοχικών δυνάμεων στις οποίες μεταξύ άλλων αναγραφόταν: «γιατί ήρθατε στην Ουκρανία;», «Ήρθατε για να βοηθήσετε τους καπιταλιστές και τους γαιοκτήμονες;», «… Δε γνωρίζετε ότι ο πόλεμος τελείωσε… Σας έφεραν εδώ για ν’ αρχίσετε ένα νέο πόλεμο στη Ρωσία. Γιατί να πολεμήσετε...», «Καταλαβαίνετε τι κάνετε;», «… Σας έστειλαν εδώ για να πολεμήσετε εμάς, που επαναστατήσαμε και πολεμάμε κατά των τσιφλικάδων της γης της Ρωσίας, κατά των πλουσίων και των τσάρων, που θησαυρίζουν από τον ιδρώτα μας και το αίμα μας... Πολεμάμε για να καταργήσουμε τον πόλεμο και τις πολεμικές βιομηχανίες, που βγάζουν πολεμικά σύνεργα... Πολεμάμε για να σταματήσουμε την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Πολεμάμε για ένα καλύτερο μέλλον, δικό σας και των παιδιών σας. Πολεμάμε για να ξυπνήσουμε του εργαζόμενους όλης της γης, να καταργήσουμε τους στρατούς και τους πολέμους...»35. Όλη αυτή η προσπάθεια πολιτικής ζύμωσης των ξένων φαντάρων φαίνεται πως είχε αποτέλεσμα, γιατί τον Απρίλιο του 1919 εμφανίστηκαν στην επαναστατική επιτροπή της Σεβαστούπολης πενήντα Έλληνες φαντάροι οι οποίοι δήλωσαν πως ήθελαν να ενταχθούν στον Κόκκινο Στρατό36 ενώ από την εφημερίδα “Ισβέστια” του Χάρκοβο πληροφορούμαστε το γεγονός πως δύο μήνες νωρίτερα εβδομήντα Έλληνες φαντάροι και ένας υπαξιωματικός εντάχθηκαν στον Κόκκινο Στρατό37. Το πέρασμα των Ελλήνων στρατιωτών στον Κόκκινο Στρατό επιβεβαιώνεται και από τον Νεόκοσμο Γρηγοριάδη ο οποίος αναφέρει τη λιποταξία ενός υποδεκανέα και δύο στρατιωτών, ενώ ταυτόχρονα παραδέχεται πως «σκηνοθέτησε» τη δολοφονία τους για να μην ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι το παράδειγμά τους. Χαρακτηριστικά γράφει: «Τρόμαξα μια μέρα, που μου ανάφεραν στη Σεβαστούπολη, πως ελιποτάκτησεν ένας δεκανέας και δυο στρατιώτες - είναι κολλητικό το παράδειγμα - τους εξελόγιασεν η μπολσεβίκικη προπαγάνδα. Έπρεπε να κοπεί το κακό στην αρχή του. Φωνάζω τον αξιωματικό Καραδήμα, των πληροφοριών, και του λέγω κρυφά, χωρίς να πάρει κανείς άλλος είδηση, να ματώσει ένα χιτώνιο κι ένα πουκάμισο, αφού τους βάλει τον αριθμό μητρώου του δεκανέα λιποτάκτη και να κρύψει τη νύχτα με καμιά εξάρτυση (λουριά φυσιγγιοθηκών) σε κανένα απόμερον ακατοίκητο σπίτι. Να κάνει όμως καλά την ηθοποιία του - να μου τα φέρει λαχανιασμένος, τάχα βρίσκοντας τα το πρωί, σε πολλούς μπροστά, φωνάζοντας, πως είχε πληροφορίες, ότι οι Μπολσεβίκοι κρατούσαν τον δεκανέα και τους δυο άνδρες σ' ένα παλιόσπιτο, πήγε με συνοδεία, και να τι βρήκε - τους εσκότωσαν οι άτιμοι!»38. Η ζύμωση τμήματος των Ελληνικών στρατευμάτων με τους μπολσεβίκους και η αποδοχή της ιδεολογίας τους επιβεβαιώνεται και από την επιστολή που έστειλε ο Γάλλος υποστράτηγος Μπουρύ διοικητής της 156ης μεραρχίας στον διοικητή των Ελληνικών στρατευμάτων συνταγματάρχη Τσολακόπουλο – Ρέμπελο η οποία αναφέρει: «Το γραφείον πληροφοριών του στρατηγείου μου επληροφορήθη ασφαλώς ότι οι Έλληνες στρατιώται έχουν έλθει εις συμφωνίαν με τους Μπολσεβίκους και όχι μόνο δεν θα πολεμήσουν εναντίον των, όταν αυτοί επιτεθούν, αλλά θα ενωθούν μετ' αυτών. Σας παρακαλώ να λάβητε σύντομα μέτρα προς πρόληψιν και ματαίωσιν των σχεδίων τούτων του εχθρού.»39. Στις τελευταίες μέρες της εκστρατείας, καθώς ο Κόκκινος Στρατός προελαύνει, οι Έλληνες φαντάροι στην περιοχή της Οδησσού αρνούνται να πολεμήσουν. «Οι αξιωματικοί ξελαρυγγιάζονται να φωνάζουν: στα όπλα!... Όμως κανείς μας δεν κινείται. Αν δεν μπορούμε να ενωθούμε με τον Κόκκινο Στρατό, όμως δεν θα τον χτυπήσουμε. Θα βοηθήσουμε με την παθητικότητά μας, με το σαμποτάζ, να νικήσει ο Κόκκινος Στρατός του Προλεταριάτου. Και το κάναμε αυτό! Έξω γινόντανε μάχες. Κανείς μας δεν κινήθηκε να χτυπήσει τους Μπολσεβίκους. Και οι περισσότεροι φαντάροι των Συμμαχικών στρατευμάτων κάνανε το ίδιο... Οι μάχες διήρκεσαν όλη τη νύχτα στα οδοφράγματα. Οι ηρωικοί Μπολσεβίκοι, στήθος με στήθος πολεμώντας με τους αντεπαναστάτες, νικούσαν ως που πήραν όλη την πόλη στα χέρια τους με τη βοήθεια των εργατών που είχαν εξεγερθεί… Ξημέρωσε. Οι μάχες έχουν σταματήσει στους δρόμους. Μια νύχτα μόνο άρκεσε για να μεταβληθεί η όψη της πόλης. Ως χτες το απόγευμα κυμάτιζαν οι σημαίες των καπιταλιστικών κρατών. Τούτο όμως το πρωί η πόλη βρίσκεται στολισμένη με κόκκινες σημαίες που μετριούνται σε χιλιάδες... Αυθόρμητα όλοι μας, φωνάζουμε στο πλήθος που περνά: Ζήτω η Επανάσταση!40.
Αντί κλεισίματος
Η επέμβαση στην Ουκρανία δείχνει περίτρανα το πόσο αιμοσταγείς και δολοφονικές μπορούν να γίνουν οι αστικές τάξεις για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Για την δε ελληνική περίπτωση βλέπουμε πως η Ελλάδα δεν είναι μία χώρα μονίμως αμυνόμενη όπως προπαγανδίζουν τα συστημικά Μ.Μ.Ε. ή όπως μαθαίνουν οι Έλληνες μαθητές στο σχολείο, αντιθέτως η ελληνική αστική τάξη χρησιμοποιώντας πάντα τα φτωχά λαϊκά στρώματα διεκδικεί λεία από τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ενώ πολύ συχνά ο ρόλος της είναι αμιγώς επιθετικός.

«Τηλεγράφημα του αρχηγού της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής Κων/πόλεως Συνταγματάρχη Κατεχάκη προς το Υπουργείο Στρατιωτικών σχετικά με ανταρσία γαλλικών πληρωμάτων στη Σεβαστούπολη.» Γεμενετζής Ιωάννης, Η εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (https://dis.army.gr/sites/dis.army.gr/files/unmanaged/pdf/Articles_June14/Greek_French/EKSTR_MESHM_ROSIA_1919.pdf
1Η κατάχτηση της εξουσίας από τον ρωσικό λαό έγινε στις 25/10/1917 με το παλαιό ημερολόγιο και στις 07/11/1917 με το νέο.
2Η αποφασιστικότητα και η συνέπεια που επέδειξαν οι μπολσεβίκοι αποδομούν πλήρως και εμπράκτως τις κατηγορίες των δεξιών ηγετών της 2ης διεθνούς οι οποίοι για χρόνια ολόκληρα τους κατηγορούσαν ως σεχταριστές και ουτοπιστές οραματιστές (Ουίλλιαμ Φόστερ, Η ιστορία των τριών διεθνών, Αθήνα, 1975, σελ. 336).
3Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τόμος VIII, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 1962, σελ. 53 – 56.
4Πέραν του γεγονότος ότι οι αγρότες ελαφρύνθηκαν από τα τεράστια ενοίκια που πλήρωναν κάθε χρόνο διαγράφηκαν και τα χρέη τους προς την Αγροτική τράπεζα τα οποία υπολογίζονταν σε 3 δισεκατομμύρια ρούβλια περίπου και ταυτόχρονα οικειοποιήθηκαν τα εργαλεία των τσιφλικάδων η αξία των οποίων ανερχόταν σε περίπου 300 εκατομμύρια ρούβλια.
5Ο αριθμός των κτημάτων που περνούν στα χέρια των αγροτών υπολογίζεται περίπου σε 150.000.000 ντεσιατίνες - 1.500.000.000 στρέμματα (Ουίλλιαμ Φόστερ, Η ιστορία των τριών διεθνών, Αθήνα, 1975, σελ. 336).
6Κώστας Αυγητίδης, Η στρατιωτική επέμβαση των καπιταλιστικών χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1999, σελ. 66-71.
7Γ. Β. Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830 – 1920, τόμος Α’, εκδόσεις Εστία, Αθήνα, 2010, σελ. 71.
8Κολτσάκ, Ντενίκιν, Βράγγελ, Γιουντένιτς, Κορνίλοφ, Κρασνόφ, Σεμένοφ ( Ουίλλιαμ Φόστερ, Η ιστορία των τριών διεθνών, Αθήνα, 1975, σελ. 339 – Γιάνης Κορδάτος, Μεγάλη ιστορία της Ελλάδας, τόμος 13, εκδόσεις 20ος αιώνας, Αθήνα, 1956, σελ. 520)
9Ο βουλευτής του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (Σ.Ε.Κ.Ε.) Α. Σιδέρης στις 29 Νοέμβρη του 1918 δήλωσε στη βουλή πως η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα ενώ δεν θεωρεί πως η Ελλάδα σαν κράτος έχει το δικαίωμα να αναμειχθεί στα εσωτερικά ενός άλλου λαού χωρίς αυτό να αιτιολογείται. Τέλος ολοκληρώνει την ομιλία του δηλώνοντας «Εγώ, όμως δεν δύναμαι να ακολουθήσω εις τούτο την πλειοψηφίαν και δηλώ ότι διαμαρτύρομαι κατά της εκστρατείας αυτής, διότι την ευρίσκω και άδικον και ασύμφορον προς το συμφέρον του Κράτους και του Εθνους» (Θ. Α. Ρουμπάνης, Το Σ.Ε.Κ.Ε. και η εκστρατεία στην Ουκρανία, “Ριζοσπάστης”, 17/11/1978). Χαρακτηριστικές είναι και οι δηλώσεις εχθρών της επανάστασης όπως του στρατηγού Λ. Παρασκευόπουλου - στον οποίο ανατέθηκε η οργάνωση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος - πως «η εκστρατεία πραγματοποιήθηκε ένεκα μεγάλων οικονομικών συμφερόντων». Επίσης ο στρατηγός Ντενίκιν δήλωσε ότι η απόβαση των συμμάχων έγινε για οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα ενώ ο Πάβελ Μιλιούκοφ – υπουργός εξωτερικών της προσωρινής κυβέρνησης – δήλωνε πως οι ξένες δυνάμεις ήθελαν η Ρωσία να γίνει αποικία με σκοπό την εκμετάλλευσή της [Κώστας Αυγητίδης, Η στρατιωτική επέμβαση των καπιταλιστικών χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1999, σελ. 70-71].
10Το συγκεκριμένο συμπέρασμα ενισχύεται και από τη συστηματική ενίσχυση της Λευκής φρουράς με όπλα, πολεμοφόδια και στρατιωτικούς συμβούλους.
11Το Μέγα Πανελλήνιον, Βιβλίο Βασάνον και Πιοιμάτον Της Ρωσίας και της Μικράς Ασίας του Στρατιώτη Σκούρτη Χρίστου, εισαγωγή μετάφραση και επιμέλεια Καλλιβρετάκης Λεωνίδας, σελ. 85.
12Κώστας Αυγητίδης, Η στρατιωτική επέμβαση των καπιταλιστικών χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1999, σελ. 106.
13Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Το ελληνικόν εκστρατευτικόν σώμα εις μεσημβρινήν Ρωσίαν, Αθήνα, 1955, σελ. 261 – Γεμενετζής Ιωάννης, Η εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (https://dis.army.gr/sites/dis.army.gr/files/unmanaged/pdf/Articles_June14/Greek_French/EKSTR_MESHM_ROSIA_1919.pdf)
14Το Μέγα Πανελλήνιον, Βιβλίο Βασάνον και Πιοιμάτον Της Ρωσίας και της Μικράς Ασίας του Στρατιώτη Σκούρτη Χρίστου, εισαγωγή μετάφραση και επιμέλεια Καλλιβρετάκης Λεωνίδας, σελ. 93.
15Γιάννης Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμ. ΧΙΙΙ, εκδόσεις 20ός Αιώνας, Αθήνα, 1959, σελ. 521.
16Ηγετικός τίτλος που υποδηλώνει κυρίως τον αρχηγό των Κοζάκων. Σε κάποιες περιόδους όμως είχε ευρύτερη σημασία.
17Γιάννης Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμ. ΧΙΙΙ, εκδόσεις 20ός Αιώνας, Αθήνα, 1959, σελ. 521 – 522.
18Η υπεροχή των μπολσεβίκων ήταν τόσο μεγάλη που δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στους Έλληνες αξιωματικούς οδηγώντας τους κάποιες φορές σε ακρότητες. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η δολοφονία ενός φαντάρου ο οποίος προσπάθησε να αποτρέψει συνάδελφους του από το να συνεχίσουν την εκστρατεία και να τους ενημερώσει για την υπεροχή των μπολσεβίκων. Από την μαρτυρία του Έλληνα στρατιώτη Χρήστου Καραγιάννη πληροφορούμαστε πως ο άτυχος στρατιώτης είπε στους συνάδελφους του: «Πού πηγαίνετε βρε αδέλφια, καλύτερα μην πάτε στο μέτωπο γιατί οι μπολσεβίκοι είναι πάρα πολλοί και είμαστε και είσαστε χαμένοι. Τότε ο διοικητής μας οργισμένος βγάζει το περίστροφό του και σκότωσε το παλληκάρι μπροστά στα μάτια όλων μας. Κρίμα. Αυτός είναι ο Γεώργιος Κονδύλης» (Χρήστος Καραγιάννης, Το ημερολόγιον Χρήστου Καραγιάννη 1918-1922, εκδόσεις Απόστολος Αποστολόπουλος, Αθήνα, 1976, σελ. 51).
19Γεμενετζής Ιωάννης, Η εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (https://dis.army.gr/sites/dis.army.gr/files/unmanaged/pdf/Articles_June14/Greek_French/EKSTR_MESHM_ROSIA_1919.pdf
20Γ.Ε.Σ/Δ.Ι.Σ., Το ελληνικόν εκστρατευτικόν σώμα εις Μεσηβρινήν Ρωσίαν (1919), εκδόσεις Δ.Ι.Σ., Αθήνα, 1955, σελ. 241.
21Γιάνης Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμ. ΧΙΙΙ, εκδόσεις 20ός Αιώνας, Αθήνα, 1959, σελ. 523.
22Σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής ανάμεσα στους ανθρώπους τους οποίους άρπαζε ο ελληνικός στρατός υπήρχαν και Έλληνες κάτοικοι της περιοχής, χωρίς όμως να είναι δυνατόν να βρεθούν ονόματα.
23Δ. Λιασκοβας, Το ολοκαύτωμα του αμπαριού, “Ριζοσπάστης”, 18/07/1935.
24Γεμενετζής Ιωάννης, Η εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (https://dis.army.gr/sites/dis.army.gr/files/unmanaged/pdf/Articles_June14/Greek_French/EKSTR_MESHM_ROSIA_1919.pdf
25Εκατό χρόνια από την Ουκρανική εκστρατεία, “Ριζοσπάστης”, 05/01/2019.
26Τάσος Κωστόπουλος, Η επανάσταση των μπολσεβίκων μέσα από τα μάτια των ανδρών του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, Εισήγηση στο συνέδριο με θέμα: «Ρωσική επανάσταση: θεωρητικές προσεγγίσεις και ανοιχτά ερωτήματα», Αθήνα, 12 έως 14/04/2019.
27Τάσος Κωστόπουλος, Η επανάσταση των μπολσεβίκων μέσα από τα μάτια των ανδρών του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, Εισήγηση στο συνέδριο με θέμα: «Ρωσική επανάσταση: θεωρητικές προσεγγίσεις και ανοιχτά ερωτήματα», Αθήνα, 12 έως 14/04/2019 σελ. 2.
28Είναι προφανής εδώ η σύνδεση των συμφερόντων της Ελλάδος με αυτά του αγγλογαλλικού ιμπεριαλισμού και πως απαραίτητη προϋπόθεση για τη «σωτηρία» της χώρας είναι η εκπλήρωση των μεγαλοϊδεατικών βλέψεων. Είναι γνωστή άλλωστε η αστική αντίληψη για την έννοια του έθνους η οποία βασίζεται στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων· αυτών της αστικής τάξης.
29Στυλιανός Ι. Χαρατσής, Η πρώτη επέμβαση, εκδόσεις Ναυτικό μουσείο της Ελλάδος, Πειραιάς, 1997, σελ. 200.
30Στέφανος Σαράφης, Άπαντα, τόμος Β’, εκδόσεις Σύγχρονο Βιβλίο, Αθήνα, 1964, σελ. 177 – 178.
31Τάσος Κωστόπουλος, Η επανάσταση των μπολσεβίκων μέσα από τα μάτια των ανδρών του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, Εισήγηση στο συνέδριο με θέμα: «Ρωσική επανάσταση: θεωρητικές προσεγγίσεις και ανοιχτά ερωτήματα», Αθήνα, 12 έως 14/04/2019 σελ. 3.
32Τάσος Κωστόπουλος, Η επανάσταση των μπολσεβίκων μέσα από τα μάτια των ανδρών του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, Εισήγηση στο συνέδριο με θέμα: «Ρωσική επανάσταση: θεωρητικές προσεγγίσεις και ανοιχτά ερωτήματα», Αθήνα, 12 έως 14/04/2019 σελ. 7.
33Τάσος Κωστόπουλος, Η επανάσταση των μπολσεβίκων μέσα από τα μάτια των ανδρών του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, Εισήγηση στο συνέδριο με θέμα: «Ρωσική επανάσταση: θεωρητικές προσεγγίσεις και ανοιχτά ερωτήματα», Αθήνα, 12 έως 14/04/2019 σελ. 12.
34Δ. Λιασκοβας, Το ολοκαύτωμα του αμπαριού, “Ριζοσπάστης”, 18/07/1935.
35Κώστας Αυγητίδης, Η στρατιωτική επέμβαση των καπιταλιστικών χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920), εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1999, σελ. 240 – 241.
36Δημήτρης Καταϊφτσής, Έλληνες στην Κριμαία του ρωσικού εμφυλίου πολέμου (1918-1921), “Ιστορικά Θέματα”, τεύχος 119, σελ. 75.
37Αχιλλέας Μπλάνας, H φιλία ανάμεσα στο Σοβιετικό και Ελληνικό λαό, “Κομμουνιστική Επιθεώρηση”, τεύχος 11/1977, σελ. 43.
38Π. Α. Ζάννας (επιμέλεια), Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία 1919, Ερμής, Αθήνα, 1982, σ. 151 – 152.
39Α. Α., Η τυχοδιωκτική εκστρατεία της Ουκρανίας, “Ριζοσπάστης”, 19/07/1929.
40ο. π.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου